/*--

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Τώρα η Πίστη ..

Η Πίστη δίχως τη δοκιμασία (ο Απόστολος λέει «το δοκίμιον της πίστεως ημών») είναι (και θα είναι, και πρέπει να είναι) από λίγο έως πολύ, έωλη, φανταστική, θεωρητική. Κι όπως λέει η Παροιμία, «ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται». Οι θλίψεις και οι δοκιμασίες έρχονται ή για να μας ελκύσουν προς το σωτήριο Μυστήριο της Πίστης ή για να αυξήσουν την ήδη βιούμενη μέσα μας Πίστη ή για να διατρανώσουν τη δύναμή της πρωτίστως σε μας και δευτερευόντως στους άλλους. 

Από την άλλη, το πολύ φυσικό, εύλογο και ευνόητο, «το πώς μπορώ να καταλάβω», έχω την ταπεινή γνώμη ότι δεν έχει και μεγάλη ισχύ στον χώρο της Πνευματικότητας. Μια ζωή θέλουμε «να καταλαβαίνουμε». Και γιατί «να καταλαβαίνουμε»; Αυτό είναι αρχέγονη αξίωση του ορθολογισμού και της εγκεφαλοκρατίας που φέρουμε όλοι μας. Η Πίστη όμως είναι αυτό που «ΔΕΝ καταλαβαίνει» κανείς μας, με την έννοια ότι η Πίστη μάς εισάγει στην Πληρότητα της σχέσης και της κοινωνίας μας με τον Θεό· «εκεί» όπου όλα τα κριτήρια, όλες οι γνώμες, όλες οι κατηγοριοποιήσεις, όλες οι αντιληπτικότητες καταρρέουν παταγωδώς, προς μεγάλη χαρά και ευφροσύνη της ψυχής μας. 

Η Πίστη μοιάζει με μία νήφουσα τρέλα, με μια χαροποιητική σαλότητα, που είναι άγνωστη ή ανοίκεια προς κάθε «λογικό» άνθρωπο. Γι’ αυτό και το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα, ποιμαντικό και πνευματικό πρόβλημα, είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι πιστεύουν αγκαζέ με τον ορθολογισμό τους, την εγκεφαλικότητά τους, την εξυπνάδα τους, τα πτυχία τους, το μορφωτικό τους status. Δεν πάει έτσι όμως. Ο Απόστολος μίλησε για τη «μωρία του κόσμου», για κάποια «μωρά» και «εξουθενωμένα» στοιχεία (ανθρώπους δηλαδή) που προσχωρούν στη ζωή της Πίστης, με όλη την αγνωσία, την απαρέσκεια, την αποδοκιμασία του περιβάλλοντός τους. Η Πίστη κοστίζει, δεν είναι ποτέ, μα ποτέ, ανέξοδη ή ανώδυνη. 

Και γιατί αυτό; Γιατί πρόκειται για Πλήρωμα Ζωής, της Ζωής του Χριστού. «Εμείς έχουμε νου Χριστού», λέει ο Απόστολος. Πώς γίνεται εμείς να έχουμε έναν άλλον νου, μια άλλη αίσθηση, έναν άλλον βιωματικό άξονα, μια άλλη αντίληψη; Τρελαθήκαμε; Ναι, τρελαθήκαμε! Αυτή, η θεία Τρέλα είναι που μας συνεφέρνει, γιατί αυτή είναι η θεία Αγάπη στην καρδιά, είναι ο ρυθμιστικός παράγοντας της ζωής της Πίστης, όπως επίσης και το κριτήριο αυτής της Πίστης. 

Η Προσευχή είναι, όχι μια περιστασιακή ενασχόληση με το θείο, προς αυτοδικαίωση, αλλά η αχώριστη εργασία της καρδιάς μας, που εξελίσσεται σε μυστική κοινωνία μετά του Ζώντος Θεού. Δεν μπορείς να έχεις Πίστη, εάν δεν έχεις την κατά Χριστόν (όχι την ατομική, την δοκησισοφιακή, την ορθολογική, την «μπακαλίστικη», την αυτοδικαιωτική, την αυτάρεσκη) αγάπη, εάν δεν έχεις ισόβιο αποκούμπι, αδιάστατη σύντροφο, μόνιμη καταφυγή την Προσευχή. Γνωρίζεις, με τη Χάρη Του, Ποιον Πιστεύεις, πώς να Τον Πιστεύεις, γιατί Τον πιστεύεις. 

«Εκείνη την ημέρα δε θα Με ρωτήσετε τίποτα!», μας λέει ο Χριστός στο Ευαγγέλιό Του. Ποια είναι αυτή η «Ημέρα» που καταργεί όχι απλώς τον «διάλογο» μαζί Του, αλλά και τις όποιες βασανιστικές και τυραννικές απορίες της λογικής μας, της λογικής που ΔΕΝ μας αφήνει να πιστέψουμε; Είναι η «Ημέρα», η «Ώρα» και η «Στιγμή» της έμπονης, της αγωνιώδους προσευχής μας, κατά την οποία, ο Χριστός μάς απαντάει και ο λόγος του Λόγου διαπερνά όλα τα έγκατα της υπάρξεώς μας και διώχνει με δριμύτητας τους ανήρεμους λογισμούς, τα ουρλιαχτά των παθών μας, τα αδυσώπητα «γιατί», τη μάστιγα του «κατανοείν», τη θρασεία χοϊκότητά μας.

Για θυμήσου λίγο τον πατέρα του Ευαγγελίου της Κυριακής (Μαρκ. 9, 17–31). «Δες» τον καλά μέσα στην καρδιά σου και «άκουσέ» τον προσεχτικά. Κι αφού τον δεις και τον ακούσεις, παραδειγματίσου από τη μεγάλη απελπισία και τη θλίψη του: «Αλλά, αν μπορείς να κάνεις κάτι, σπλαχνίσου μας και βοήθησέ μας!». Και, τι του απαντάει ο Χριστός; «Εάν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά γι’ αυτόν που πιστεύει». Ο πατέρας, μέσα από τον πόνο και την απόγνωσή του, μόλις που τολμά να ζητήσει ένα «κάτι» στον Χριστό. Και ο Χριστός, υποδεικνύοντας έμμεσα τον Εαυτό Του και την Παντοδυναμία Του, του μιλάει για τα «Πάντα» της Πίστης που πρέπει να έχει ο πατέρας πιστεύοντας προς Αυτόν. 

«Εάν μπορείς»: το «Μπορώ» του ανθρώπου δεν είναι δικό του, είναι του Θεού: «Χωρίς Εμένα, δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα!». Η Πίστη δεν είναι κατόρθωμα του ανθρώπου, όπως ισχυρίζονται οι προτεστάντες και οι ορθολογιστές· είναι δωρεά και χάρισμα του Πιστευόμενου Χριστού, του «Αρχηγού της Πίστης» μας, κατά τον Απόστολο. Ο πατέρας «έκραξε». Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Ότι έβγαλε όλη τη ψυχή του στα λόγια του. Και «έκραξε» με όλη τη βία της ανάγκης και του πόνου του. Είναι για μας η Πίστη μια ανάλογη βία, μια ανάγκη και ένας πόνος; Όχι. Γι’ αυτό και η ύπαρξή μας ακόμη σεληνιάζεται και μια ζωή θα σπαράζει, σαν το παιδί αυτού του πατέρα. Ο πατέρας «έκραξε» και δέσμευσε, τρόπον τινα, τον ανενδεή και ελεύθερο Χριστό να κάνει καλά το μονάκριβο βλαστάρι του. 

Έτσι, μας θέλει κι εμάς ο Χριστός: να Του κράζουμε με πόνο και με «επαινετή αναίδεια» (αγ. Ιωάννης της «Κλίμακος»). Έτσι, ανοίγεται στην καρδιά μας το μυστήριο της Πίστης. Στο τέλος, ο πατέρας λέει αυτό που δεν θα έλεγε η υπόλοιπη «άπιστη γενεά», γι’ αυτό και ο ίδιος αποτελεί ωραία και μοναδική εξαίρεσή της. Τι λέει λοιπόν ο πατέρας; «Πιστεύω, Κύριε! Αλλά βοήθησέ με στην απιστία μου!». Ταπείνωση και συντριβή. Αυτό δηλαδή που ελκύει κατάφορα τη Χάρη του Θεού στη ζωή μας και στα θέματα αυτής της ζωής. Να ήμασταν εμείς θα λέγαμε: «Εμένα θα μου πεις; Εγώ πιστεύω! Ξέρεις τι πίστη έχω εγώ; Πιστεύω με τον δικό μου τρόπο!». Την τύφλα μας τη μαύρη! 

Πότε θα μπούμε μέσα στην «Άκτιστη Εκκλησία» που έλεγε κι ο Άγιος Πορφύριος;

π.Δαμιανός

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...